Αναρτήσεις

Κι εγώ ήμουν έκπληκτος, πολύ σαστισμένος... - Jack Kerouac

Εικόνα
     Κι εγώ ήμουν έκπληκτος, πολύ σαστισμένος, απ’ τις γρήγορες υπέροχες ατάκες τακ τακ στο κοιμισμένο μυαλό μου. Ήμασταν όλοι ζαλισμένοι και μεθυσμένοι. Ήταν μια τρελή νύχτα. Τέλειωσε με τον Κάφλιν και μένα, να παλεύουμε και να κάνουμε τρύπες στον τοίχο, σχεδόν ρίξαμε το μικρό καλύβι. Ο Άλβα ήταν αρκετά θυμωμένος και την επόμενη μέρα. Κατά τη διάρκεια του αγώνα, στην ουσία σχεδόν έσπασα το πόδι του καημένου του Κάφλιν· εγώ είχα μια αγκίδα ξύλου καρφωμένη μια ίντσα μέσα στο δέρμα μου, δε βγήκε παρά ένα χρόνο αργότερα. Εν τω μεταξύ, κάποια στιγμή, ο Μόρλεϊ εμφανίστηκε στην πόρτα σαν φάντασμα κουβαλώντας δυο τέταρτα γιαούρτι και ρωτώντας αν θέλαμε καθόλου. Ο Τζάφι έφυγε κατά τις δύο το πρωί λέγοντας ότι θα ‘ρχόταν πίσω να με πάρει το πρωί για τη μεγάλη μας μέρα εξοπλίζοντάς με με πλήρες σακίδιο. Όλα ήταν υπέροχα με τους τρελούς Ζεν, το τρελάδικο ήταν πολύ μακριά για να μας πάρει είδηση. Αλλά σ’ όλα αυτά υπήρχε μια σοφία, όπως θα δείτε αν κάνετε ένα περίπατο κάποια νύ...

Ανάσκελα

Εικόνα
Πάνω στα βαθιά αστέρια είχα στραμμένο το βλέμμα καλοκαιρινά και ζεστά με πλένανε απ’ τις λακκούβες της μέρας κι απ’ τα σύννεφα που με πλακώσανε κάποια στιγμή που δεν θυμάμαι πια. Τα ρώτησα για την πίκρα της ζωής και μου απάντησαν πως «έτσι είναι αυτά» και πως ο ήλιος θα γίνεται πάντα κόκκινος όταν πέφτει πίσω απ’ τα βουνά και μας βαριέται το φως και οι ευκαιρίες του που πετάει στις χωματερές και στις βρώμικες θάλασσες ένα ανεκπλήρωτος έρωτας ένα χέρι που δεν έπιασες μια αγκαλιά που δεν πήρες ένα φιλί που δεν έδωσες. Οι γάτες μας πάνω στα κεραμίδια μας και στα μπαλκόνια μας λαγοκοιμούνται χωρίς κανένα χαμένο νόημα να εμποδίζει τα βλέφαρά τους να κλείσουν παρά μονάχα οι κραυγές των ανθρώπων για λίγη προσοχή για λίγη ακρόαση που έγινε πολλή ξαφνικά για μια πόζα σ’ έναν υπερσύγχρονο φακό που θα κρατήσει για λίγη ώρα το χέρι ανάμεσα στα σκέλια για ένα γέλιο τρανταχτό που τελικά δεν σταματάει καθόλου τον χρόνο...

Ένα χαρτάκι

Εικόνα
Οι παλάμες σέρνονται γεμάτες στρώματα ηδονής στα αόρατα σώματα της νύχτας αυτά που η μέρα γεννάει χωρίς να ρωτήσει κανέναν οι λέξεις που ξεστομίζω είναι τελείως άχρηστες η ερωτική αποθήκη ασφυκτικά γεμάτη πρωτότυπες φιγούρες το πρωί μας βρίσκει πιασμένους από μπερδεμένα σχοινιά και πληγωμένες αρθρώσεις η αλήθεια μου πια δεν υφίσταται και πρέπει να την ξαναγράψω ή να την ξαναδιαβάσω τον τελευταίο σκοπό τον χορέψαμε μισό και η φύση μας πλησίασε ίσα ίσα για να μας καληνυχτίσει ένα χαρτάκι ανάμεσα στα χείλη της ήταν όλο κι όλο: Σάββατο πρωί φεύγω δεν έτρεξα να το πάρω παρά μόνο καθάρισα ό,τι είχε μείνει απ’ τα αποφάγια της μοίρας κι έφυγα από παντού κι απ’ όλους κι άφησα τα μάτια μου να κλείσουν μόνα τους ενώ έστυβα όση ελπίδα απέμεινε από τα βρεγμένα ρούχα της ζωής και της αγάπης. Θανάσης Πάνου

Ποτέ δεν θα υπάρξει εποχή... - Sinclair Lewis (απόσπασμα από το "Δεν γίνονται αυτά εδώ")

Εικόνα
     «Ποτέ δεν θα υπάρξει εποχή στην οποία να μη βρεθεί μία μεγάλη μερίδα ανθρώπων που να αισθάνονται φτωχοί, ανεξαρτήτως του πόσα έχουν και πόσο ζηλεύουν τους γείτονές τους επειδή ξέρουν να φοράνε τα φτωχικά ρούχα τους με φαντεζί τρόπο ή επειδή μπορούν να χορέψουν καλύτερα ή να χωνέψουν καλύτερα».   Ο Ντορέμους υποψιάστηκε ότι, ακόμα και στο πιο επιστημονικά οργανωμένο κράτος, θα ήταν πάντα αδύνατο τα αποθέματα σιδήρου να βρίσκονται ακριβώς στο ύψος που θα προέβλεπε δύο χρόνια πριν η Εθνική Επιτροπή Τεχνοκρατών για τα Ορυκτά, όσο αναβαθμισμένοι και αδελφωμένοι και ουτοπικής ιδεολογίας κι αν ήταν οι επίτροποι.   Η δική του λύση, συλλογίστηκε ο Ντορέμους, ήταν η μοναδική που δεν παρέβλεπε το γεγονός πως και σε χίλια χρόνια από σήμερα τα ανθρώπινα πλάσματα πιθανότατα θα συνέχιζαν να πεθαίνουν από καρκίνο και σεισμούς και τόσο αστεία ατυχήματα όσο το γλίστρημα μέσα σε μια μπανιέρα. Διέβλεπε ότι το ανθρώπινο είδος θα εξακολουθούσε να επιβαρύνεται με μάτι...

Από τη μία μεριά

Εικόνα
Κοιτάζεις μόνο από τη μία μεριά έχεις χάσει την άλλη ολόκληρους κόσμους μυρωδιές που μπορεί να σε σκοτώσουν και να σε γυρίσουν ανάποδα για να βγάλεις ότι δεν είπες ως τώρα όπως κάνεις με ένα ποτήρι κρασί κοιτάζεις από τη μία μεριά και στην άλλη μπορεί να υπάρχουν δυο μάτια που αγαπάς δυο χέρια που ζητάς να πιαστείς ένα άδειο χέρι να σε χωρεί* η κίνηση αρκετή παντού κι εσύ κοιτάζεις από τη μία μεριά γιατί αυτήν διάλεξες αυτή είναι ο δρόμος σου. Ο δρόμος σου είναι ένα βουνό. Θανάσης Πάνου * στίχος από το τραγούδι "Πουλάκι" του Αλέξανδρου Εμμανουηλίδη.

Τους ανθρώπους που αγαπώ

Εικόνα
Τους ανθρώπους που αγαπώ και αγάπησα στα όνειρά μου ή μάλλον στους εφιάλτες μου άλλοτε τους αφήνω νιώθοντας ανάξιος να σταθώ κοντά τους πόσο μάλλον δίπλα τους και άλλοτε τους αγαπώ με όλη μου τη δύναμη και χαμογελώ στη σκέψη ότι θα ακούω το όνομά τους και θα θυμάμαι χαρές και λύπες που κλάψαμε παρέα. Μένω στο να τους αγαπώ όχι γιατί δεν έχω άλλη επιλογή αλλά επειδή είμαι όντως ανάξιος να σταθώ δίπλα τους κι έτσι τους προστατεύω μέσα μου και τους φιλώ γλυκά τις νύχτες πριν κοιμηθώ και συνεχίζω αιώνια να τους αγαπώ γιατί χωρίς αυτούς δεν ξέρω ποιος θα ήμουν κι ούτε ξέρω αν θα 'χα γνωρίσει την αγάπη. Θανάσης Πάνου

Για έναν επιλεγμένο θάνατο - Roger Milliot

Εικόνα
Πρέπει αυτό να το εγκαταλείψεις Στην πόρτα της ψυχής Πρέπει να μπεις ανάλαφρος Ακροπατώντας Μέσα στο διάφανο θάνατο Σα νερό καταρράκτη Που ξεπλένει του δρόμου τις πληγές Ν' ακουμπήσεις στον προθάλαμο Το ραβδί των μνησικακιών Ν' αδειάσεις τις τσέπες απ' τα βότσαλα Να επιστρέψεις τη σκόνη των αρμών Να θυμηθείς μες στον αέρα Την ευωδιά της καλοσύνης Μερικών ψυχών που συνάντησες Κρατώντας το πιο ελαφρύ Το πιο δροσερό της αγάπης Για έναν θάνατο φωτεινό Μετά από μιαν άσκοπη ζωή. Roger Milliot μετάφραση: Ελένη Κόλλια από το βιβλίο Καταραμένοι Γάλλοι Ποιητές που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ηριδανός σε επιλογή, εισαγωγή και μετάφραση από την Ελένη Κόλλια.